βαθυστόχαστος


βαθυστόχαστος
[ватистохастос]εκ. глубокомысленный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βαθυστόχαστος" в других словарях:

  • βαθυστόχαστος — η, ο 1.που σκέφτεται βαθιά, έχει βαθύ νου και συλλαμβάνει βαθιά νοήματα: Χρειάζεται να είσαι βαθυστόχαστος για να διαβάσεις μοντέρνα ποίηση. 2. που προέρχεται από βαθύ στοχασμό: Η ποίηση του Παλαμά είναι βαθυστόχαστη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαθυστόχαστος — η, ο 1. αυτός που στοχάζεται βαθιά, που μελετά κάθε τι σε βάθος 2. συνετός, σοφός («βαθυστόχαστα λόγια») …   Dictionary of Greek

  • περισπούδαστος — η, ο / περισπούδαστος, ον, ΝΜΑ [περισπουδάζω] νεοελλ. 1. ο άξιος πολλής σπουδής και μελέτης, πολύ αξιόλογος, πολύ σημαντικός, μνημειώδης («περισπούδαστο σύγγραμμα») 2. αυτός που γίνεται με πολλή σοβαρότητα, που φανερώνει πολλή μελέτη,… …   Dictionary of Greek

  • βαθυγνώμων — βαθυγνώμων, ον (AM) 1. βαθυστόχαστος 2. πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + γνώμων < γνώμων («γνώστης, ερευνητής») < γιγνώσκω] …   Dictionary of Greek

  • βαθύ- — [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς. Ο τ. χρησιμεύει ως α συνθετικό πολλών λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής και δηλώνει: 1. αυτόν που έχει βάθος πρβλ. βαθύκολπος, βαθύπεδος, βαθύρριζος αρχ. βαθυαγκής, βαθύγαιος, βαθυδινήεις, βαθυκύμων,… …   Dictionary of Greek

  • βαθύβουλος — βαθύβουλος, ον (Α) βαθυστόχαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + βουλος < βουλή < βούλομαι «επιθυμώ μετά από σκέψη, στοχάζομαι» (πρβλ. επίβουλος, σύμβουλος)] …   Dictionary of Greek

  • βαθύνους — ουν (AM βαθύνους, ουν) βαθυστόχαστος μσν. ύπουλος …   Dictionary of Greek

  • βαθύφρων — βαθύφρων, ον (Α) βαθυστόχαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + φρων < φρην (πρβλ. άφρων, κακόφρων, μεγαλόφρων, παράφρων κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • εμβριθής — ές (AM ἐμβριθής, ές) πολύ μελετημένος, περισπούδαστος, βαθυστόχαστος αρχ. 1. (για ήχο) βαθύς, δυνατός 2. ισχυρός, δυνατός 3. σταθερός, ατάραχος 4. (για κακό) λυπηρός 5. ενοχλητικός, φορτικός 6. (για πρόσ.) βίαιος, ευέξαπτος 7. το ουδ. ως ουσ. τὸ… …   Dictionary of Greek

  • μανός — I Επώνυμο παλαιότατης και ονομαστής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης, μέλη της οποίας διακρίθηκαν στην πολιτική, κοινωνική και στρατιωτική ζωή από τον 17ο έως και τον 19ο αι. 1. Αλέξανδρος (1755 – 1815). Αξιωματούχος του Πατριαρχείου… …   Dictionary of Greek